Tuesday 11th of December 2018 01:00:21 AM

Σεξουαλική εκμετάλλευση

Σεξουαλική εκμετάλλευση

ΣΕ ΕΦΤΑ χρόνια φυλάκιση καταδικάστηκε κατά πλειοψηφία δύο έναντι ενός Δικαστών, 50χρονος, σήμερα, ο οποίος εκμεταλλευόταν σεξουαλικά για πέντε και πλέον χρόνια την κόρη της ερωμένης του. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Πρόεδρος του Κακουργιοδικείου Λεωνίδας Καλογήρου εξέδωσε στις 13 Ιουνίου 2018 απόφαση αθωώνοντας τον κατηγορούμενο (μειοψηφία), ενώ τα Μέλη του Κακουργιοδικείου Σταύρος Σταύρου και  Εύη Αντωνίου  έκριναν ένοχο τον κατηγορούμενο (πλειοψηφία) σε 68 από τις 83 κατηγορίες που αντιμετώπιζε.

Όλες οι κατηγορίες αφορούν σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού, διακρίνονται δε από πλευράς γεγονότων ως ακολούθως:

Πρώτον, 7 αδικήματα για αγγίγματα στο στήθος του θύματος (κατηγορίες 81-83 για το 2008 και κατηγορίες 1-4 για το 2009)

Δεύτερον, 35 αδικήματα για αγγίγματα στο στήθος και για χαϊδέματα των γεννητικών οργάνων του θύματος (κατηγορίες 5-8 για το 2009, κατηγορίες 9-19 για το 2010, κατηγορίες 20-29 για το 2011, κατηγορίες 36-40 για το 2012, και κατηγορίες 50-54 για το 2013).

Τρίτον, 26 αδικήματα για εξαναγκασμό του θύματος σε πεοθηλασμό (κατηγορίες 30-35 για το 2011, κατηγορίες 41-49 για το 2012 και κατηγορίες 55-65 για το 2013).

Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης και για το 2014 αλλά αθωώθηκε λόγω αμφιβολίας.

Τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 2008 και 2013.

όταν το θύμα ήταν ηλικίας 10-15 χρονών και ο κατηγορούμενος ηλικίας 40-45 χρονών. Το θύμα ήταν η θετή κόρη του κατηγορούμενου, δηλαδή η βιολογική θυγατέρα της τότε συζύγου του (ΜΚ2). Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ζούσαν μαζί ως οικογένεια στο ίδιο σπίτι και ο κατηγορούμενος εκτός από συγκάτοικος, διαδραμάτιζε (υποτίθεται) ρόλο πατέρα, προστάτη και κηδεμόνα από κοινού με τη μητέρα του θύματος. Τα αδικήματα διαπράττονταν όταν η μητέρα του θύματος απουσίαζε από το σπίτι - συνήθως στην εργασία - και ξεκίνησαν με απλά αγγίγματα στο στήθος, όταν το θύμα ήταν ηλικίας 10-11 χρονών για να εξελιχθούν σε κατ’ εξακολούθηση πεοθηλασμούς που επιτυγχάνονταν υπό το κράτος φόβου, απειλών και/ή ευτελούς δελεασμού. Ο χώρος εκτόνωσης του κατηγορουμένου, σε ότι αφορά τους πεοθηλασμούς, ήταν η τουαλέτα. Το θύμα, άλλοτε αδιαμαρτύρητα και άλλοτε προβάλλοντας μάταιη αντίσταση και αντίδραση, αναγκαζόταν να πηγαίνει στην τουαλέτα, να κάθεται στη λεκάνη της τουαλέτας και να ανοίγει το στόμα της για να τοποθετήσει μέσα το πέος του ο κατηγορούμενος. ‘Επειτα κουνούσε ο ίδιος το κεφάλι της μπρος - πίσω μέχρι να εκσπερματώσει.

Το θύμα για πολλά χρόνια ζούσε στη σιωπή. Μπόρεσε να βρει το ψυχικό σθένος και να αποκαλύψει με λεπτομέρεια στη μητέρα

της το τι γινόταν, μόλις τον Οκτώβριο του 2016, όταν ήταν πλέον I8,6 χρονών και είχαν απομακρυνθεί οριστικά από τον κατηγορούμενο. Η μητέρα της είχε πάρει διαζύγιο από τον κατηγορούμενο και ζούσαν σε άλλο σπίτι μαζί και με τη μικρότερη της αδελφή. Η μικρότερη της αδελφή - ηλικίας 8 χρονών σήμερα - βιολογική κόρη του κατηγορούμενου, αποτέλεσε ένα από τους κύριους λόγους που οδήγησαν την παραπονούμενη να αποκαλύψει το δράμα της. Όπως η ίδια, με σπαραγμό, ανέφερε κατό την ακρόαση, δεν ήθελε η μικρότερη της αδελφή να ζήσει στα χέρια του κατηγορούμενου, τα όσα έζησε η ίδια.

 Από πλευράς κατηγορουμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης κ. Μαππουρίδης ετοίμασε εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση για μετριασμό της ποινής, την οποία ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου η κα Μαππουρίδη. Στα πλαίσια αυτής, υιοθετήθηκε η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε ό,τι αφορό τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου.

 Από την εν λόγω έκθεση, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 50 ετών, κατάγεται από τη Λευκωσία και πριν τη σύλληψη του, διέμενε μαζί με τη μητέρα του η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Προέρχεται από οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης και έχει άλλα δυο αδέλφια τα οποία είναι έγγαμα, εργάζονται και διαμένουν με τις οικογένειες τους στη Λευκωσία. Ο ίδιος μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο, ολοκλήρωσε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία και στη συνέχεια εργάστηκε σε διάφορες εργασίες για κάλυψη των αναγκών του.

Είναι πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, μιας κόρης ηλικίας σήμερα 13 ετών την οποία απέκτησε από προηγούμενη του σχέση και μιας ηλικίας 8 ετών την οποία απέκτησε από τον γάμο του με την μητέρα της παραπονούμενης (ΜΚ2). Αμφότερες διαμένουν με τις μητέρες τους και διατηρεί επικοινωνία μόνο με τη 13χρονη, αφού, ως ισχυρίζεται, η σχέση του με τη μητέρα της 8χρονης είναι συγκρουσιακή και δεν του επιτρέπει την επικοινωνία. Πάντως, στο μέτρο των δυνατοτήτων του, στηρίζει οικονομικά και τις δύο, δυνάμει δικαστικών διαταγμάτων.

Στο μεταξύ όπως αναφέρεται στην αγόρευση του κ. Μαππουρίδη ο κατηγορούμενος είναι και πατέρας δύο ενήλικων παιδιών τα οποία απέκτησε από τον πρώτο του γάμο.

Ζήτησε επιείκεια

 

Προσθέτοντας στα πιο πάνω, ο κ. Μαππουρίδης στην αγόρευσή του, επεσήμανε ότι η όλη υπόθεση επέδρασε αρνητικά στη ψυχολογία του κατηγορουμένου και τα τελευταία δυο χρόνια αντιμετωπίζει προβλήματα διαταραχής, ημικρανίες και άπνοια.

Έχει, μάλιστα, παραπεμφθεί από το ιατρείο του Τμήματος Φυλακών σε πνευμονολόγο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας για τη διεξαγωγή περαιτέρω εξετάσεων και αναλύσεων.

Άλλοι μετριαστικοί παράγοντες στους οποίους αναφέρθηκε ο κ. Μαππουρίδης είναι το καθαρό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και ο πρότερος έντιμος του βίος, οι επιπτώσεις της ποινής για τους εξαρτώμενους του αλλά και οι επαγγελματικές και οικονομικές επιπτώσεις που θα έχει ο ίδιος. Έγινε αναφορά και στο μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων, ιδιαιτέρως των πρώτων αδικημάτων (πέραν των 10 ετών) μέχρι σήμερα, στοιχείο το οποίο, κατά το συνήγορο, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιβολή της ποινής. Απ’ εκεί και πέρα ο συνήγορος αναγνώρισε τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων και την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, υποστηρίζοντας όμως, ότι, ακόμα και σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να υπάρχει εξατομίκευση της ποινής. Στο ίδιο πλαίσιο επικαλούμενος την αρχή του «Ηπιότερου Νόμου» (Lex Mitior)”, υπέδειξε, ότι, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί στη βάση του Νόμου που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρά το γεγονός ότι έκτοτε, ο Νόμος αυτός έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί με νέο Νόμο ο οποίος προβλέπει αυξημένες ποινές. Τελικώς, ζήτησε όπως το Δικαστήριο επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια κατά την επιβολή της ποινής στον κατηγορούμενο.

Έκδηλη σοβαρότητα των αδικημάτων

Επιβάλλοντας την ποινή των εφτά χρόνων φυλάκιση στον κατηγορούμενο, οι δύο Δικαστές υπέδειξαν ανάμεσα στα άλλα και τα ακόλουθα:

«Η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο είναι έκδηλη από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, η οποία είναι η φυλάκιση μέχρι 20 χρόνια (βλ. άρθρο 10 του

Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Νόμου 87(Ι)/2007). Ο Νόμος αυτός, όπως υποδεικνύουμε και στην απόφαση μας, έχει όντως καταργηθεί και αντικατασταθεί με νέο πιο σύγχρονο νομοθέτημα, ήτοι τον Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμο (Ν.91(1))/2014 στον οποίο προβλέπονται αυξημένες ποινές. Για κάποια αδικήματα μάλιστα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου. Τούτου λεχθέντος είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος θα κριθεί και θα του επιβληθεί ποινή στη βάση του Νόμου 87(1)/2007 και περί αυτού δεν θα πρέπει να υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια, ότι η Νομολογία σχετιζόμενη είτε με τον προγενέστερο Νόμο (Ν.3(1)/2000) είτε με τον μεταγενέστερο (Ν.91(1)/2014) είναι χωρίς σημασία. Γενικές αναφορές που άπτονται της φύσης των αδικημάτων και της προσέγγισης που θα πρέπει να έχουν τα πρωτόδικα Δικαστήρια, σαφώς και θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Επίσης - για σκοπούς ομοιομορφίας - αναφορά μπορεί να γίνει και στις επιβληθείσες ποινές, λαμβάνοντας όμως υπόψη, τις όποιες διαφοροποιήσεις στη μέγιστη προβλεπόμενη ποινή αλλά και στην επικρατούσα αντίληψη και προσέγγιση σε σχέση με τα αδικήματα αυτά. Οπως και να ‘χει, η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της ιδιαιτεροτήτων και η όποια αναφορά είναι για καθοδήγηση μόνο.

Πέραν της υψηλής ποινής των 20 χρόνων φυλάκισης που προβλέπεται στον Νόμο, τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, λογίζονται ως ιδιαιτέρως σοβαρά, ένεκα της σεξουαλικής τους υφής και του γεγονότος ότι στρέφονται εναντίον παιδιού. Έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια καταστολής της εγκληματικής συμπεριφοράς αυτού του είδους. Πρόκειται για αδικήματα ιδιάζουσας σοβαρότητας τα οποία δεν στρέφονται μόνο κατά των ηθών αλλά ταυτόχρονα καταρρακώνουν την προσωπικότητα του θύματος (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ 259 και ΛοΐΖου ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ 469.

Κατάπτυστες πράξεις

 

Στην προκειμένη περίπτωση, αισθανόμαστε πραγματικά, πως όση υπόσταση και αν επιχειρήσουμε να δώσουμε στις λέξεις, δεν μπορούν να αποδώσουν την πραγματική διάσταση των όσων έζησε και ένιωσε στα χέρια του κατηγορούμενου, για πέντε ολόκληρα χρόνια, το ανήλικο θύμα. Σε μια αθώα, απονήρευτη και ευάλωτη περίοδο της παιδικής της ηλικίας, μεταξύ 10-15 ετών αντί να έχει φροντίδα, στοργή και αγάπη, χρησιμοποιήθηκε ως αντικείμενο ηδονής των διεστραμμένων ορέξεων του κατηγορούμενου. Είναι αδύνατο πιστεύουμε, για ένα τρίτο αμέτοχο παρατηρητή, να συναισθανθεί, το τι περνούσε η ανήλικη, παγιδευμένη για χρόνια σε ένα σπίτι, γνωρίζοντας πως όποτε έλειπε η μητέρα της, ήταν έρμαιο των σεξουαλικών επιθυμιών του κατηγορούμενου. Και όλα αυτά υπό το κράτος φόβου και απειλών, έχοντας απωλέσει κάθε έννοια αυτοεκτίμησης και αυτοσεβασμού. Θυμίζουμε επί τούτου τις αναφορές της μάρτυρος πως αηδίαζε τον ίδιο της τον εαυτό. Τόση ήταν η απόγνωση της που το 2010, σε ηλικία μόλις 12 ετών, έκοψε τις φλέβες της, όχι για να αυτοκτονήσει όπως ξεκαθάρισε, αλλά για να δώσει ένα σημάδι στον κατηγορούμενο, μήπως και τη λυπόταν και σταματούσε τις παρενοχλήσεις. Αντ’ αυτού, ο κατηγορούμενος από τον επόμενο κιόλας χρόνο, αναβάθμισε τη σεξουαλική εκμετάλλευση, απαιτώντας και πετυχαίνοντας πεοθηλασμούς.

Περάν των επιμέρους λεπτομερειών των αδικημάτων, θεωρούμε ιδιαιτέρως επιβαρυντικό το γεγονός ότι τα αδικήματα ήταν συνεχή, διαπράττονταν κατά συρροή και σε βάθος χρόνου, ήτοι για 5 συναπτά έτη, μεταξύ 2008-2013.

Συνυπολογίζουμε επίσης για σκοπούς ποινής και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε καμία μεταμέλεια για τις κατάπτυστες πράξεις του αρνούμενος μέχρι τέλους τη διάπραξη των αδικημάτων. Αυτό είχε ως συναφές αποτέλεσμα, το θύμα να βιώσει εκ νέου κατά την ακροαματική διαδικασία τα επώδυνα περιστατικά που συνιστούν τη συνολική εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου (βλ. Κ.Κ ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)) και Κλείτου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ.113). Μάλιστα όπως υποδείξαμε και στην τελική μας απόφαση, κατά την ακρόαση, αφέθηκαν σοβαρές αιχμές για το ήθος και την ηθική του θύματος, συντείνοντας έτσι στην προσπάθεια εξευτελισμού και διαπόμπευσης της.

Η καθυστέρηση στην καταγγελία

Σε ό,τι αφορά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, για την οποία επίσης γίνεται λόγος στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου, φρονούμε, πως, στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της υπόθεσης και ειδικά των ακραίων συναισθημάτων του ανήλικου θύματος που δικαιολογημένα οδήγησαν σε καθυστέρηση στην καταγγελία, δεν θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου. Εξάλλου είναι ο κατηγορούμενος που εξασφάλισε τη σιωπή του θύματος με απειλητικές και άλλες μεθοδεύσεις, όλα αυτά τα χρόνια. Ετσι δεν είναι δυνατό, αυτή του η τακτική, να του αποφέρει και όφελος. Από την καταγγελία (11/2016) μέχρι τη σημερινή επιβολή της ποινής (6/2018) - λαμβάνοντας υπόψη ότι έγινε και ακρόαση - δεν νομίζουμε να υπήρξε τόση και τέτοια καθυστέρηση που θα πρέπει να διαδραματίσει κάποιο σημαίνοντα ρόλο στην επιβολή της ποινής.

 

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Δρυμιώτου.

 

 



Πρόσθεσε ένα σχόλιο

Τελευταιες δημοσιευσεις