Tuesday 16th of October 2018 07:22:51 AM

Μεγαλοποσότητες ναρκωτικών

Μεγαλοποσότητες ναρκωτικών

ΠΟΙΝΙΚΑ υπεύθυνοι για διαπραχθέν αδίκημα, καθίστανται εκτός από τους φυσικούς αυτουργούς και κάθε συνεργός ο οποίος συνδράμει ή ενθαρρύνει τη διάπραξη του αδικήματος ή συμβουλεύει και παροτρύνει άλλο να το διαπράξει.

Στην υπόδειξη αυτή προέβησαν οι Δικαστές του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας Λεωνίδας Κολογήρου (Πρόεδρος), Σταύρος Σταύρου και Εύη Αντωνίου (Μέλη) καλώντας ομόφωνα σε απολογία δύο άνδρες που κατηγορούνται ότι συνωμότησαν και εισήγαγαν στην Κύπρο μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών μέσω του Ταχυδρομείου. Ειδικότερα ότι:

  • στις 27/08/2015 εισήγαγαν, μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας, κοκαΐνη βάρους 1986 γρ. και κάνναβη βάρους 25,899 κιλών.
  • στις 28/08/2015 εισήγαγαν κάνναβη βάρους 9 κιλών και 933,7 γραμμαρίων.
  • στις 31/08/2015 εισήγαγαν κοκαΐνη βάρους 995,5 γραμμαρίων καθώς και 23 δισκία MDMAκαι 15 δισκία 2-CE.
  • στις 31/08/2015 εισήγαγαν κάνναβη βάρους 14 κιλών και 977,099 γραμμαρίων.

Οι δύο κατηγορούνται ακόμα ότι κατείχαν τα πιο πάνω ναρκωτικά με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Επιπλέον ο δεύτερος αντιμετωπίζει και άλλη κατηγορία, ότι μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου 2015 εισήγαγε 40 κιλά κάνναβης. Επίσης τον Ιούλιο του 2015 εισήγαγε ακόμα 40 κιλά κάνναβης με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα.

Παράλληλα ο πρώτος  κατηγορούμενος κατηγορείται ότι προμήθευσε σε άλλο πρόσωπο 12 κιλά κάνναβης.

Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 26 μάρτυρες, οι οποίοι κατά κύριο λόγο ήταν οι αστυνομικοί που είχαν εμπλακεί στην επιχείρηση ξηλώματος κυκλώματος εισαγωγής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Μεταξύ των μαρτύρων κατηγορίας ήταν και πρόσωπο που είχε καταδικαστεί (κύριος μάρτυρας κατηγορίας) σε άλλη ποινική υπόθεση στη βάση των ίδιων γεγονότων.

Μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης των μαρτύρων κατηγορίας, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων Γ. Πολυχρόνης και Α. Πελεκάνος εισηγήθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών τους και ότι αυτοί θα πρέπει να αθωωθούν χωρίς να κληθούν σε απολογία.

Αντίθετα η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής Α. Ματθαίου που εμφανίστηκε με την συνάδελφο της Θ. Παπακυριακού, εισηγήθηκε πως έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των δύο κατηγορουμένων, και αντέκρουσε τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι δεν υπάρχει συνωμοσία.

Απορρίπτοντας τις θέσεις της υπεράσπισης οι τρεις Δικαστές του Κακουργιοδικείου έκριναν ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και τους κάλεσαν σε απολογία. Στην απόφαση τους οι Δικαστές παρατήρησαν ότι οι δύο συνήγοροι επέλεξαν να μην αναφερθούν στις γραπτές καταθέσεις του κυριότερου μάρτυρα κατηγορίας, και περιορίστηκαν στο να απομονώσουν απαντήσεις που είχε δώσει κατά την αντεξέταση του.

Επίσης το Δικαστήριο τόνισε πως: «Αποδίδεται,      από    την     Κατηγορούσα Αρχή και στους δυο

κατηγορούμενους η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών, στηριζόμενη στα σχετικά άρθρα του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων Νόμου αλλά και το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η απόδειξη της κοινής κατοχής και της συνέργειας εξαρτάται πάντοτε από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και αποδεικνύεται είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία (βλ. Ξυδά κ.ά. ν. Αστυνομίας (1993)                                         2 Α.Α.Δ. 174, Χρ. Ιωάννου Τίτος κ.α. ν.

Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 409, Πολυδώρου κ.α. ν. Δημοκρατίας, (2007) 2 ΑΑΔ 492, Γενικός Εισαγγελέας ν. Binnington, (2008) 2 ΑΑΔ 108). Το άρθρο 20 δε δημιουργεί αφ' εαυτού αδίκημα αλλά απλώς καθορίζει τους τρόπους πραγμάτωσης του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Θεοδώρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 9, 16) και καθιστά ποινικώς υπεύθυνους για διαπραχθέν αδίκημα, εκτός από τους φυσικούς αυτουργούς και κάθε ένα συνεργό ο οποίος συνδράμει ή ενθαρρύνει τη διάπραξη του αδικήματος ή συμβουλεύει και παροτρύνει άλλο να το διαπράξει.

Θα πρέπει περαιτέρω να επισημανθεί πως η σημασία της ύπαρξης κοινής Κατηγορίας είναι πως παρέχει στην Κατηγορούσα Αρχή τη δυνατότητα να επικαλεσθεί και να στηριχθεί στις ενέργειες συγκατηγορουμένου ως ενέργειες που συνισχούν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, δηλαδή το actus reus που αποδίδεται σε όλους τους κατηγορούμενους (D.P.P. ν. Merriman (1972) 2 All E.R. και Βρακάς ν. Δημοκρατίας (1973) 2 Α.Α.Δ. 139). Απαραίτητο συστατικό στοιχείο των κατηγοριών είναι εκείνο της κατοχής των ναρκωτικών.

Όπως επεξηγήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Queiss ν. Republic (1987) 2 CLR 49 στη σελ. 61, «κατοχή» εμπεριέχει το στοιχείο της γνώσης και κάποιου βαθμού έλεγχο επί του απαγορευμένου φαρμάκου. Όπως πρόσθεσε το Εφετείο, άμεση μαρτυρία περί γνώσης, σπάνια ενυπάρχει. Πιο συχνά, αυτή εξάγεται συμπερασματικά από τα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα από τη σύνδεση τους με τις ενέργειες του κατηγορούμενου σε σχέση με τις απαγορευμένες ουσίες (βλ. επίσης Blackstone's Criminal Practice 2009, σελ. 947, παρ. Β 19 κ.ε.).

Όπως επανειλημμένα και κατά κόρον τονίσθηκε από τη νομολογία η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής, συναρτάται με την άμεση φυσική ή την εξυπακουόμενη κατοχή και οι ναρκωτικές ουσίες θεωρούνται ότι είναι στην κατοχή προσώπου έστω και αν βρίσκονται στη φύλαξη άλλου, άρθρο 2(3) του Ν.29/77). Τέλος, η νομολογία καθιστά δυνατή την από κοινού, ακόμα και την εξ αποστάσεως κατοχή (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 256).

Στην εξεταζόμενη υπόθεση τέθηκε μαρτυρία με βάση την οποία ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε τη διαδρομή που ακολουθούσαν τα κιβώτια με τις ναρκωτικές ουσίες αφού αυτός έδινε τα ονόματα και τις διευθύνσεις στις οποίες θα αποστέλλονταν τα κιβώτια, γνώριζε το tracking number  και ενημέρωνε ενίοτε και για την ημερομηνία άφιξης και παραλαβής τους τον κυριότερο μάρτυρα κατηγορίας. Το γεγονός ότι δεν είχε την φυσική κατοχή τους δεν σημαίνει, κατά την νομολογία ότι δεν είχε και εξυπακουόμενη κατοχή. Τα ίδια μπορούν να λεχθούν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 ο οποίος ήταν το πρόσωπο που καθόριζε την ποσότητα που θα παραλάβει ο καθένας και πληρωνόταν. Το γεγονός ότι τα κιβώτια με τα ναρκωτικά είχαν αφιχθεί μετά τη σύλληψη του κυριότερου μάρτυρα, ήτοι στις 28/08 και 31/08, δε σημαίνει ότι δεν είχαν έλεγχο ή γνώση αφού χρησιμοποιήθηκε η «φορτωτική» του Κατηγορούμενου 2 σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική που ακολουθείτο. Όλα αυτά, χωρίς να υπεισερχόμαστε με οποιοδήποτε τρόπο σε αξιολόγηση της μαρτυρίας».

 



Πρόσθεσε ένα σχόλιο