Tuesday 21st of August 2018 11:15:07 AM

Τέρμα τα οδοιπορικά

Τέρμα τα οδοιπορικά

(Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 154/2014, 155/2014, 156/2014, 157/2014, 158/2014, 159/2014, 160/2014, 161/2014, 162/2014, 163/2014, 164/2014, 165/2014, 166/2014, 167/2014, 168/2014, 169/2014, 170/2014, 171/2014, 172/2014, 173/2014, 174/2014, 175/2014, 176/2014, 177/2014, 178,2014, 179/2014, 180/2014, 181/2014, 182/2014, 183/2014, 184/2014, 185/2014, 186/2014, 187/2014, 188/2014, 189/2014, 190/2014, 191/2014, 192/2014,

193/2014, 194/2014)

 

 

 

ΟΛΟΙ οι αιτητές υπάλληλοι της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου με τις προσφυγές τους ζητούν τις ίδιες θεραπείες με αποτέλεσμα να αποφασιστεί από το Διοικητικό Δικαστήριο η συνεκδίκαση τους. Με τις προσφυγές ζητείται:

«(Α) Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι η απόφαση της καθ’ ης η αίτηση για τερματισμό από μέρους της, της καταβολής του οδοιπορικού επιδόματος το οποίο δικαιούται ο αιτητής είναι παράνομη και συνεπώς άκυρη και στερείται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.

(Β) Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη της καθ’ ης η αίτηση να καταβάλει στον αιτητή το οδοιπορικό επίδομα για το μήνα


Οκτώβριο 2013 είναι παράνομη και άκυρη και στερείται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.».

Σύμφωνα με τα γεγονότα, με συμφωνία που υπογράφτηκε στις 8.8.2013, μεταξύ της καθ’ ης η αίτηση, Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου («η Αρχή»), της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού και των συντεχνιών προσωπικού της Αρχής, ΕΠΟΠΑΗ, ΣΗΔΗΔΕΚ-ΑΗΚ και ΣΥΒΑΗΚ, αποφασίστηκε η μείωση των λειτουργικών εξόδων της Α.Η.Κ., λόγω της, ως αναφέρεται στην ίδια τη συμφωνία, δυσμενούς οικονομικής κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει η Αρχή ένεκα της «πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης και των συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί στην κυπριακή κοινωνία», οι οποίες καθιστούσαν επιτακτική την ανάγκη εξοικονόμησης πόρων και επανεξέτασης των καταβαλλόμενων επιδομάτων. Η μείωση των λειτουργικών εξόδων, σύμφωνα με τη συμφωνία, θα επιτυγχάνετο με την κατάργηση, αναστολή ή μείωση συγκεκριμένων επιδομάτων που παραχωρούνταν προηγουμένως στο προσωπικό της Αρχής.

Μεταξύ των επιδομάτων που αποφασίστηκε η αναστολή ήταν και το οδοιπορικό επίδομα, που προβλέπεται στον Κανονισμό 42 και καθορίζεται περαιτέρω στον Τρίτο Πίνακα των περί Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμών του 1986 (Κ.Δ.Π. 291/86), ως αυτοί ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο («οι Κανονισμοί»), το οποίο καταβαλλόταν στο Επιστημονικό Προσωπικό των Ηλεκτροπαραγωγικών Σταθμών, και στο οποίο ανήκουν και οι αιτητές, για την καθημερινή μετάβαση στην εργασία τους, ήτοι από και προς τους Ηλεκτροπαραγωγικούς Σταθμούς όπου αυτοί εργάζονταν. Η εν λόγω συμφωνία όσον αφορά στο υπό αναφορά επίδομα θα ετίθετο σε ισχύ από 1.10.2013. Όπως δε προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία, στις σχετικές διαπραγματεύσεις για τη συνομολόγηση της συμφωνίας συμμετείχε, πέραν των πιο πάνω συντεχνιών, και η συντεχνία ΣΕΠΑΗΚ, στην οποία ανήκουν οι αιτητές, η οποία ωστόσο δεν συναίνεσε και δεν υπέγραψε τελικά τη συμφωνία.

Η Αρχή, στη συνεδρία της ημερομηνίας 24.9.2013, αποφάσισε ομόφωνα την εφαρμογή της πιο πάνω συμφωνίας από 1.10.2013. Η εν λόγω απόφαση, δια σχετικής Εγκυκλίου του Διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού της Αρχής («ο Διευθυντής»), ημερομηνίας 25.9.2013 («η Εγκύκλιος»), κοινοποιήθηκε και κατέστη γνωστή στους Εκτελεστικούς Διευθυντές και Διευθυντές των διαφόρων τμημάτων της Αρχής. Όπως δε προκύπτει από την τελευταία παράγραφο της εν λόγω Εγκυκλίου, ζητούνταν από τον Διευθυντή όπως οι πιο πάνω επικεφαλής τμημάτων ενημερώσουν άμεσα το προσωπικό τους για τις προαναφερθείσες αλλαγές στα επιδόματα.

Οι αιτητές αντέδρασαν μέσω των δικηγόρων τους και δια σχετικής επιστολής τους ημερομηνίας 15.1.2014, ζητούσαν από την Αρχή όπως τους καταβληθεί το οδοιπορικό επίδομα Οκτωβρίου 2013, καλώντας την ταυτόχρονα να ενημερώσει αυτούς κατά πόσον θα ενέμενε στην απόφασή της για μη καταβολή του εν λόγω επιδόματος στους αιτητές.

Τελικά, στις 11.2.2014 καταχωρήθηκαν οι υπό εξέταση προσφυγές.

Νομικοί ισχυρισμοί                                   

Οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρει η πλευρά της καθ’ ης η αίτηση δια της ενστάσεώς της και αναπτύσσει περαιτέρω στη γραπτή της αγόρευση, αποτελούν ένα από τα πλέον ουσιώδη ζητήματα της επίδικης διαφοράς και της εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας.

Συγκεκριμένα, με την πρώτη προδικαστική ένσταση, εγείρεται θέμα εκπροθέσμου των υπό κρίση προσφυγών, εφόσον, κατά τους ισχυρισμούς της καθ’ ης η αίτηση, η απόφαση περί αναστολής του οδοιπορικού επιδόματος κατέστη γνωστή στις 26.9.2013 δια της Εγκυκλίου προς όλο το προσωπικό, ημερομηνίας 25.9.2013, ενώ οι αιτητές καταχώρησαν τις υπό εξέταση προσφυγές στις 11.2.2014.

Δεύτερη προδικαστική ένσταση έγκειται στον ισχυρισμό ότι οι αιτητές στερούνται του απαραίτητου εννόμου συμφέροντος να εγείρουν τις υπό εξέταση προσφυγές, καθότι εκ των πραγμάτων αποδέχτηκαν ανεπιφύλακτα την αναστολή του οδοιπορικού επιδόματος με την κατάσταση μισθοδοσίας του μηνός Οκτωβρίου 2013, αφού δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο εμπρόθεσμα, αλλά αντέδρασαν με την κατάσταση μισθοδοσίας του μήνα Νοεμβρίου 2013.

Τρίτη προδικαστική ένσταση, που αναπτύσσεται σε σχέση με το αιτητικό Β, ανωτέρω, των υπό κρίση προσφυγών, συνίσταται στον ισχυρισμό ότι η επίδικη παράλειψη καταβολής στους αιτητές του επιδόματος μηνός Οκτωβρίου 2013 δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά πράξη εκτέλεσης και/ή βεβαιωτική προηγούμενης απόφασης της καθ’ ης η αίτηση, ημερομηνίας 24.9.2013, η οποία κοινοποιήθηκε στους αιτητές δια της προαναφερθείσας Εγκυκλίου.

Τέλος, και σε συνέχεια της αμέσως πιο πάνω προδικαστικής ένστασης, η καθ’ ης η αίτηση εγείρει και τέταρτη προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενη ότι, ακόμα και αν κριθεί ότι η επίδικη απόφαση της Αρχής δεν κατέστη γνωστή στους αιτητές στις 26.9.2013, και πάλι οι προσφυγές κατά τις προσβαλλόμενης παράλειψης είναι εκπρόθεσμες, εφόσον η επιδικη απόφαση κατέστη γνωστή σε αυτους κατά ή περί τα τέλη Οκτωβρίου 2013, με την κατάσταση μισθοδοσίας του μηνός Οκτωβρίου, ενώ οι προσφυγές καταχωρήθηκαν στις 11.2.2014.

 

Απόρριψη προσφυγών

Απορρίπτοντας τις προσφυγές ο Δικαστής του Διοικητικού Δικαστηρίου Φίλιππος Κωμοδρόμος επεσήμανε τα ακόλουθα:

 

«Εκ διαμέτρου αντίθετες είναι οι θέσεις των αιτητών επί των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων.

Υποβάλλοντας εν πρώτοις την εισήγηση ότι στην υπό κρίση περίπτωση η προαναφερθείσα Εγκύκλιος δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά, στην καλύτερη των περιπτώσεων, πράξη εκτέλεσης, οι συνήγοροι των αιτητών προβάλλουν περαιτέρω ότι η εν λόγω Εγκύκλιος δεν είχε ως αποδέκτες τους ίδιους τους αιτητές, αλλά Διευθυντές Τμημάτων της Αρχής, με αποτέλεσμα οι αιτητές να έχουν λάβει γνώση της επίδικης απόφασης και/ή παράλειψης καταβολής του προβλεπόμενου οδοιπορικού επιδόματος με τη λήψη της κατάστασης μισθοδοσίας τους κατά ή περί την 29.11.2013 και όχι ενωρίτερα. Συνακόλουθα, εισηγούνται, οι προσφυγές έχουν καταχωρηθεί εμπρόθεσμα. Συναφώς, και σε σχέση με το ζήτημα του εκπροθέσμου που εγείρει η καθ’ ης η αίτηση, η πλευρά των αιτητων τονίζει ότι στην υπό εξέταση περίπτωση υφίσταται συνεχιζόμενη παράλειψη της Αρχής να καταβάλει το συγκεκριμένο επίδομα στους αιτητές, με αποτέλεσμα να μην τίθεται θέμα εκπροθέσμου, αλλά η συνεχιζόμενη αυτή παράλειψη να καθιστά την προθεσμία των 75 ημερών προς καταχώρηση προσφυγής «ανανεώσιμη για κάθε μέρα που συνεχίζεται η παράλειψη αυτή».

Περαιτέρω, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς περί έλλειψης του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος προς καταχώρηση και προώθηση των προσφυγών τους, οι αιτητές προβάλλουν εν πρώτοις ότι, κατά πάγια τακτική που ακολουθείται στην Αρχή, το οδοιπορικό επίδομα κάθε μήνα καταβάλλεται προς έκαστο υπάλληλο της Αρχής με τη μισθοδοσία του επόμενου μήνα. Εν προκειμένω, συνεχίζουν, η εξέταση και απόρριψη του αιτήματός τους για καταβολή του οδοιπορικού επιδόματος για το μήνα Οκτώβριο 2013, έγινε την 25.11.2013. Αυτοί δε έλαβαν γνώση της μη καταβολής του οδοιπορικού επιδόματος μηνός Οκτωβρίου 2013 κατά την 29.11.2013, με τη σχετική κατάσταση μισθοδοσίας μηνός Νοεμβρίου 2013. Εν πάση δε περιπτώσει, οι αιτητές ουδέποτε αποδέχτηκαν ανεπιφύλακτα και/ή συναίνεσαν στη μη καταβολή του οδοιπορικού επιδόματος, εφόσον αυτοί «έλαβαν τη μισθοδοσία τους στο πλαίσιο των νομίμων υποχρεώσεων τους και από οικονομική ανάγκη αφού για τον καθένα ο μισθός είναι απαραίτητος και αναγκαίος και περαιτέρω αντέδρασαν με επιστολή, μέσω των δικηγόρων τους, ζητώντας από την καθ’ ης η αίτηση να άρει την παρανομία και να προβεί στην καταβολή του οφειλόμενου οδοιπορικού επιδόματος». Επικαλούμενοι δε τα κριθέντα στην Παπαγιώργης ν. Α.Η.Κ. (1996) 3 Α.Α.Δ. 563, οι συνήγοροι τους υποβάλλουν ότι θα μπορούσαν να καταχωρήσουν «ακόμα και σήμερα προσφυγές» για την παράλειψη της καθ’ ης η αίτηση να τους καταβάλει το οδοιπορικό επίδομα.

Επί της ουσίας των προβαλλόμενων ισχυρισμών, η θέση που προβάλλουν οι αιτητές συνίσταται ουσιαστικά στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση των Κανονισμών, υπό νομική πλάνη και καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Συγκεκριμένα, προβάλλουν οι αιτητές ότι στην υπό κρίση περίπτωση, κατά παράβαση των Κανονισμών και δη του Κανονισμού 42 και του Τρίτου Πίνακα στον οποίο ο εν λόγω Κανονισμός παραπέμπει[1], δεν προηγήθηκε, πριν από τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, η συνομολόγηση οποιασδήποτε συλλογικής σύμβασης με τη συντεχνία ΣΕΠΑΗΚ, της οποίας οι αιτητές είναι μέλη, δυνάμει της οποίας να μπορεί να τροποποιηθεί και/ή αναθεωρηθεί το οδοιπορικό επίδομα. Σύμφωνα δε με τους Κανονισμούς, μόνο με τη συνομολόγηση μιας τέτοιας σύμβασης θα μπορούσε η καθ’ ης η αίτηση να προβεί σε τροποποίηση και/ή κατάργηση των επιδομάτων αναφορικά με τους αιτητές. Ούτε και μπορεί να υπάρξει καταστρατήγηση ή έστω αναστολή καταβολής οποιουδήποτε προβλεπόμενου στους Κανονισμούς επιδόματος δια μονομερούς αποφάσεως της Αρχής. Καταλήγει η πλευρά των αιτητών επισημαίνοντας ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται λόγος από την καθ’ ης η αίτηση για άσκηση της διακριτικής της εξουσίας κατά τη λήψη της επιδικης απόφασης, εφόσον μια τέτοια εξουσία μπορεί να ασκηθεί μόνον εφόσον επιτρέπεται από το νόμο, όχι όμως όταν υφίστανται συγκεκριμένες διατάξεις που ρυθμίζουν σχετικά το ζήτημα. Ισχυρίζονται δε ότι δυνάμει των Κανονισμών, η μη καταβολή του οδοιπορικού επιδόματος μπορεί να γίνει μόνο με τροποποίηση των εν λόγω Κανονισμών ή με τη συμπερίληψη τέτοιας πρόνοιας σε συμφωνημένη συλλογική σύμβαση.

Επί των πιο πάνω, η πλευρά της καθ’ ης η αίτηση αντιτάσσει ότι η επίδικη απόφαση περί αναστολής του οδοιπορικού επιδόματος λήφθηκε κατ’ ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Αρχής και, συνακόλουθα, το ακυρωτικό Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κρίση του αρμοδίου οργάνου με τη δική του, αναφορικά με την ορθότητα της εν λόγω απόφασης. Βασικό άξονα της σχετικής επιχειρηματολογίας της καθ’ ης η αίτηση αποτελεί ο ισχυρισμός ότι η επίδικη κατάργηση αποτελεί συνέχεια των μέτρων και/ή περικοπών 1 και/ή μειώσεων που είχαν προηγηθεί για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών της χώρας και ότι, σε κάθε περίπτωση, κατα τη λήψη της υπό αναφορά απόφασης, «και εδόθησαν και προκύπτουν οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν την επίδικη μείωση».

Σύμφωνα δε με τον προαναφερθέντα Κανονισμό 42, συνεχίζει η συνήγορος για της καθ’ ης η αίτηση, είναι ξεκάθαρο ότι η τροποποίηση του εν λόγω Κανονισμού μπορεί να γίνει με τη συνομολόγηση οποιασδήποτε συμφωνίας της Αρχής με τις συντεχνίες. Διερωτάται συναφώς η κα Χρίστου πως είναι δυνατόν η επίδικη συλλογική σύμβαση να εφαρμόζεται σε όλες τις συντεχνίες και να μην εφαρμόζεται στους αιτητές. Προσθέτει δε ότι από τη στιγμή που η σύμβαση αυτή έτυχε αποδοχής και εφαρμογής από την πλειονότητα των συντεχνιών που αντιπροσωπεύει και την πλειονότητα των εργαζομένων, δεν είναι δυνατόν μια μερίδα ατόμων, ως οι αιτητές, να μην αποδέχονται την εφαρμογή αυτής λόγω μη υπογραφής της από την συντεχνία τους. Πόσω μάλλον όταν στον ίδιο τον ευρύτερο δημόσιο τομέα τυγχάνει ήδη καθολικής αποδοχής ο τερματισμός των οδοιπορικών επιδομάτων.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, καταλήγει η συνήγορος για την καθ’ ης η αίτηση, δεν θα μπορούσαν οι αιτητές να τύχουν εξαίρεσης από την εφαρμογή των προνοιών της υπό αναφορά συλλογικής σύμβασης.

Η κατάληξη

Έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία και τους ισχυρισμούς που έχουν προβάλει οι δυο πλευρές.

Προέχει βεβαίως, ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η εξέταση των προβαλλόμενων προδικαστικών ενστάσεων.

Με την πρώτη προδικαστική ένσταση, η καθ’ ης η αίτηση προβάλλει ότι οι προσφυγές έχουν καταχωρηθεί εκπρόθεσμα, δεδομένου ότι η απόφαση της καθ’ ης η αίτηση περί αναστολής του οδοιπορικού επιδόματος κατέστη γνωστή στις 26.9.2013 δια της σχετικής Εγκυκλίου του Διευθυντή προς όλο το προσωπικό, ημερομηνίας 25.9.2013, ενώ οι αιτητές καταχώρησαν τις υπό εξέταση προσφυγές στις 11.2.2014.

Επί της πιο πάνω προδικαστικής επισημαίνω τα εξής:

Εν πρώτοις, δεν συμφωνώ με τον ισχυρισμό που εγείρουν οι συνήγοροι των αιτητών ότι η προαναφερθείσα Εγκύκλιος δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά πράξη εκτέλεσης.

Σύμφωνα με τη νομολογία, κατ’ εξαίρεση, όταν μια εγκύκλιος επιφέρει έννομα αποτελέσματα σε διοικούμενους και επηρεάζει δικαιώματα των διοικουμένων, μπορεί να προσβληθεί δια προσφυγής, εφόσον βεβαίως πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος (βλ. Vorkas & others v. Republic (1984) 3 C.L.R. 757, 764, Έλλη Μακρίδου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 581 και Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 4/2000, ημερ. 30.1.2002). Στην τελευταία αυτή υπόθεση, λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα εξής (η έμφαση προστέθηκε):

«Στην προκείμενη περίπτωση η εγκύκλιος αποστέρησε τον αιτητή των αποδοχών που είχε με βάση την εγκύκλιο 1150, η οποία, όπως προβλέπει ο νόμος, προήλθε από τον Υπουργό Οικονομικών. Και μάλιστα η αφαίρεση του δικαιώματος λειτούργησε άμεσα, σύμφωνα με τη ρητή επιταγή της εγκυκλίου 1170. Η τελευταία δεν περιορίστηκε στο πλαίσιο παροχής οδηγιών ή την έκφραση απόψεων ως προς την έννοια της προηγούμενης εγκυκλίου, αλλά έχει επαναδιαπλάσει τα δικαιώματα των υπαλλήλων. Η άποψη της Δημοκρατίας είναι ότι ο υπάλληλος δεν έχει λόγο μπροστά σ' αυτή τη θεαματική επέμβαση ή έστω διαμόρφωση των δικαιωμάτων του γιατί είναι θέμα εσωτερικό. Η γνώμη μου είναι ότι οποιοδήποτε όνομα και αν δοθεί στην 1170, η ουσία είναι ότι επηρέασε τα δικαιώματα του αιτητή, ο οποίος μπορεί να έχει κατά συνέπεια δικαίωμα προσφυγής.».

Αυτή, έχω την άποψη, είναι η περίπτωση και στην υπο εξέταση προσφυγή. Η συγκεκριμένη Εγκύκλιος, λόγω των ρυθμίσεων που περιέχει, σαφώς και επιφέρει έννομα αποτελέσματα και επηρεάζει τα δικαιώματα των υπαλλήλων της Αρχής, ιδιαίτερα δε σε θέματα μισθοδοσίας, περιλαμβανομένων βεβαίως και των επιδομάτων. Ως αναφέρεται στην εν λόγω Εγκύκλιο, αποφασίστηκε από την Αρχή, με άμεση εφαρμογή για δεδουλευμένα από 1η Οκτωβρίου 2013 και μετέπειτα, η κατάργηση σειράς επιδομάτων, η μείωση κατά 25%, καθώς και η αναστολή συγκεκριμένων επιδομάτων (περιλαμβανομένου και του οδοιπορικού επιδόματος). Οι δε μειώσεις, ως περαιτέρω αναφέρεται, «θα γίνουν στο βασικό μέρος του ύψους των επιδομάτων, πριν τη μείωση του 15% που εφαρμόζεται από 1.4.2013». Κατά συνέπεια, κρίνω ότι στην υπό κρίση περίπτωση η Εγκύκλιος αυτή φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της εκτελεστής διοικητικής πράξης, δυνάμενης να προσβληθεί δια προσφυγής, αφού περιέχει τέτοιες ρυθμίσεις, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα και ευθέως τα δικαιώματα των υπαλλήλων της Αρχής, περιλαμβανομένων και των αιτητών.

Επί του υπό συζήτηση θέματος, δεν μου διαφεύγει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, με την απόφασή του στην Κουσελίνης Δημήτρης κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 1551/2011 κ.α., ημερ. 15.9.2015, έκρινε ότι «οι επισυνημμένες μισθοδοτικές καταστάσεις από μόνες τους αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις». Με αυτό ως δεδομένο, δεν τίθεται ζήτημα μη εκτελεστότητας της κατάστασης μισθοδοσίας των αιτητών για το μήνα Νοέμβριο του 2013, δια της οποίας έλαβαν γνώση της μη καταβολής του οδοιπορικού επιδόματος προς αυτούς. Γι’ αυτό ειδικά το ζήτημα, θα γίνει αναλυτικότερη αναφορά πιο κάτω. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό ουδόλως θα μπορούσε να επηρεάσει την κατάληξή μου επί της πρώτης, υπό εξέταση προδικαστικής ένστασης, καθότι, ως έχει αναφερθεί εξ’ αρχής, αυτό που προσβάλλεται με το αιτητικό Α της προσφυγής είναι η απόφαση της Αρχής «για τερματισμό από μέρους της, της καταβολής του οδοιπορικού επιδόματος». Αυτή η απόφαση ολοκληρώθηκε και γνωστοποιήθηκε στους επικεφαλής των τμημάτων της Αρχής (με οδηγίες όπως αυτοί ενημερώσουν άμεσα όλο το προσωπικό) με την Εγκύκλιο, η οποία, ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη και, εν προκειμένω, προηγείται χρονικά της προαναφερθείσας κατάστασης μισθοδοσίας των αιτητών, η οποία είναι απόρροια της Εγκυκλίου, με την οποία και εξωτερικεύτηκε και, συνακόλουθα, ολοκληρώθηκε η απόφαση αναφορικά με την κατάργηση, αναστολή και μείωση των υπό αναφορά επιδομάτων.

Το ζήτημα λοιπόν που προκύπτει αναφορικά με τη συγκεκριμένη Εγκύκλιο, από τη στιγμή που αυτή συνιστά πράξη δυνάμενη να προσβληθεί δια προσφυγής, αφορά στο εκπρόθεσμο ή μη της προσβολής της, δεδομένου ότι αυτή φέρει ημερομηνία 25.9.2013 και οι υπό εξέταση προσφυγές καταχωρήθηκαν στις 11.2.2014.

Κατά πάγια νομολογία, η προθεσμία των 75 ημερών είναι ανατρεπτική, ώστε η μη καταχώρηση της αιτήσεως ακυρώσεως εντός του επιτρεπόμενου χρόνου να την καθιστά απαράδεκτη (βλ. Potamitis v. Water Board of Limassol (1985) 3 C.L.R. 260 και Γανωματής ν. Δημοκρατίας (2008)                                  3 Α.Α.Δ. 133). Προσφυγές, οι οποίες

καταχωρούνται εκτός της προβλεπόμενης από το Σύνταγμα προθεσμίας των 75 ημερών, είναι απαράδεκτες και θα πρέπει να απορρίπτονται. Σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που η απόφαση περιέρχεται εις γνώση του διοικούμενου. Σύμφωνα με τη θεωρία της κατανομής του βάρους απόδειξης, ο κάθε διάδικος αποδεικνύει τους ισχυρισμούς που ο ίδιος επικαλείται (βλ. Σκουρής «Το Βάρος Αποδείξεως στη Διοικητική Δίκη» (1981), σελ. 20 επ.). Συνακόλουθα, και το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού ότι η προσφυγή είναι εκπρόθεσμη φέρει το μέρος που επικαλείται το εκπρόθεσμο, εν προκειμένω η καθ’ ης η αίτηση (βλ. Kritiotis v. Municipality of Paphos and others (1986) 3 C.L.R. 322). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Γιώργος Φάντης ν. Ε.Τ.Ε.Κ., Υποθ. Αρ. 131/2010, ημερ. 12.11.2012, «Είναι πράγματι ορθό ότι το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού ότι η προσφυγή είναι εκπρόθεσμη φερει το μέρος που επικαλείται το εκπρόθεσμο, ενω πρεπει επίσης η κοινοποίηση της απόφασης να αποδεικνύεται ως λαβούσα πράγματι χώρα (Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929 -1959, σελ. 252).».

Ωστόσο, όπως έχει κατ’ επανάληψη αποφασιστεί, εξαίρεση του κανόνα ότι το βάρος απόδειξης περί του εκπροθέσμου προσφυγής το φέρει εκείνος που το επικαλείται, αποτελεί η περίπτωση της καταχώρησης της προσφυγής μετά την πάροδο αρκετών ημερών από τη λήξη της κανονικής προθεσμίας, οπότε εναπόκειται σ' εκείνον που προβάλλει τον ισχυρισμό ότι έλαβε καθυστερημένα γνώση της διοικητικής πράξης να τον αποδείξει (βλ. Γιώργος Φάντης, ανωτέρω). Σύμφωνα, περαιτέρω, με τη νομολογία, εναπόκειται σε έναν αιτητή να αποδείξει ότι παρέλαβε καθυστερημένα ή καθόλου τη διοικητική πράξη, έξω δηλαδή από την προθεσμία. Εκείνος που προβάλλει έναν τέτοιο ισχυρισμό θα πρέπει και να τον τεκμηριώσει (βλ. Πατάτας ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 248 και HadjiGavriel v. Republic (1986) 3(A) C.L.R. 52).

Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην NAPA MERMAID HOTEL AND SUITES LTD ν. Δήμου Αγίας Νάπας, Υποθ. Αρ.

6435/2013, ημερ. 18.12.2015, όπου εξετάστηκε παρόμοιο θέμα, το Δικαστήριο, με εκτενή αναφορά στην ημεδαπή νομολογία, επεσήμανε τα εξής χαρακτηριστικά (οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

«Η νομολογία, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι ευθυγραμμισμένη στο ότι εφόσον εκ πρώτης όψεως η προσφυγή φαίνεται να έχει καταχωρηθεί εκτός του χρονικού πλαισίου των 75 ημερών, τότε είναι ο αιτητής που θα πρέπει να αποδείξει ότι έλαβε την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη καθυστερημένα ή και καθόλου».

Γ ια να συνεχίσει πιο κάτω:                                           

«Δεν ζητήθηκε η προσαγωγή μαρτυρίας από τους αιτητές. Αν υπήρχαν δεδομένα που οι αιτητές είχαν υπόψη τους που να υποστήριζαν, αν όχι να αποδείκνυαν, τον ισχυρισμό ότι παρέλαβαν την προσβαλλόμενη πράξη μόλις στις 12.9.2013, όφειλαν να τα παρουσιάσουν ώστε να έθεταν τουλάχιστον εν αμφιβόλω τη θέση του Δήμου Αγίας Νάπας ότι εφόσον απεστάλη η ειδοποίηση με το σύνηθες ταχυδρομείο αυτή τεκμαίρεται ότι παρελήφθη έγκαιρα από τους αιτητές. Τότε θα ήταν που θα λειτουργούσε η οποιαδήποτε αμφιβολία υπέρ τους.».

Εν προκειμένω, δε χωρεί αμφιβολία ότι μεταξύ της ημερομηνίας της Εγκυκλίου και αυτής της καταχώρησης των προσφυγών μεσολαβεί διάστημα κατά πολύ μεγαλύτερο των 75 ημερών, εντός του οποίου μπορεί να καταχωρηθεί μια προσφυγή σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Με βάση αυτό το δεδομένο, οι παρούσες προσφυγές είναι σίγουρα εκπρόθεσμες.

Συμφωνώ με τη θέση των αιτητών ότι η Εγκύκλιος αυτή δεν είχε ως άμεσους αποδέκτες τους αιτητές αλλά τους επικεφαλής (Εκτελεστικούς Διευθυντές και Διευθυντές) των διαφόρων τμημάτων της Αρχής. Ωστόσο, δεν μου διαφεύγει αυτό που ρητά αναφέρεται στην τελευταία παράγραφο της εν λόγω Εγκυκλίου, ότι δηλαδή ζητούνταν από τον Διευθυντή όπως οι πιο πάνω επικεφαλής τμημάτων ενημερώσουν άμεσα το προσωπικό τους για τις προαναφερθείσες μεταβολές στα επιδόματα. Εν προκειμένω, προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία ότι η εν λόγω Εγκύκλιος, στις 26.9.2013, πράγματι εστάλη σε όλες τις επαρχίες (Λευκωσία, Λεμεσό, Λάρνακα, Πάφο, Βασιλικό, Δεκέλεια και Μονή), όπου βρίσκονται τα διάφορα τμήματα της Αρχής, και δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω, ενόψει και του τεκμηρίου της κανονικότητας υπέρ των πράξεων της Διοίκησης, ότι αποδέκτες ήσαν οι προαναφερθέντες επικεφαλής τμημάτων, στους οποίους απευθύνεται η Εγκύκλιος και οι οποίοι αναφέρονται στο τέλος αυτής. Το ζήτημα εντούτοις είναι πότε έλαβαν γνώση της εν λόγω Εγκυκλίου οι αιτητές. Θεωρώ ότι αυτό ακριβώς το ζήτημα, υπό το φως της προεκτεθείσας νομολογίας, θα έπρεπε να απασχολήσει τους αιτητές, προκειμένου να προβούν στα αναγκαία δικονομικά διαβήματα, ως όφειλαν (κάτι που τελικά έπραξε η πλευρά της καθ’ ης η αίτηση με την καταχώρηση αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας), ούτως ώστε να μπορέσουν να υποστηρίξουν, αν όχι να αποδείξουν, τον ισχυρισμό τους περί εμπρόθεσμης καταχώρησης της προσφυγής τους. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός παρέμεινε αναπόδεικτος, με αποτέλεσμα ούτε και το τεκμήριο της κανονικότητας να έχει ανατραπεί (βλ. Βασιώτης Κονστρ. Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού (1989) 3 Α.Α.Δ. 3193).

Στην υπόθεση Αντώνιος Πατάτας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 248 σελ. 252, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως προς το ειδικότερο ζήτημα της προσαγωγής μαρτυρίας:

«Καμιά μαρτυρία δεν προσήγαγε στο δικαστήριο ο αιτητής. Ούτε με ένορκη δήλωση του ούτε προφορικά και κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του ότι η επιστολή πραγματικά λήφθηκε στις 29/6/1988.

Το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού αυτού ήταν πάνω στον αιτητή. Στην υπόθεση HadjiGavriel v. The Republic (1986) 3 C.L.R. 52,

στη σελίδα 57 λέχθηκαν τα εξής σχετικά με παρόμοιο θέμα.

«The present recourse was filed on 30.5.1985. Even assuming that the decision contained in the letter of 7.3.85 was of an executory nature, again the present recourse having been filed on 30.5.1985 was filed more than 75 days after the 7.3.1985;

"It is correct that this point has not been raised by counsel for respondent but it is a matter which this Court is bound to note of its own motion in view of the fact that Article 146.3 is a mandatory provision which has to be applied in the public interest." (Vide Moran and the Republic, 1 R.S.C.C. 10 at p. 13, Protopapas v. the Republic (1967) 3 C.L.R. 411 at p. 416).

Although nothing was said before me by either side and in spite of the fact that nothing appears in the material placed before me, the letter of 7.3.85 must have been communicated to the counsel for applicant either on the same day or the maximum within a week, in which case the recourse having been filed on 30.5.85 is definitely out of time."

Μια και ο αιτητής στην προκειμένη περίπτωση, όπως ανάφερα πιο πάνω, δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο ούτε μαρτυρία που να ενισχύει τον ισχυρισμό του ότι η επιστολή αυτή λήφθηκε με καθυστέρηση 12 ημερών και υιοθετώντας τη γνώμη που εκφράστηκε στην πιο πάνω απόφαση, βρίσκω πως η προσφυγή αυτή καταχωρίσθηκε εκπρόθεσμα.»

Επισημαίνω από τα πιο πάνω την παρατήρηση του Δικαστηρίου στην HadjiGavriel, ανωτέρω, ότι σε κάθε περίπτωση, η, εκεί αναφερόμενη, επιστολή θα έπρεπε λογικά να είχε γνωστοποιηθεί στον αιτητή το αργότερο εντός μιας βδομάδας από την ημερομηνία που αυτή φέρει.

Στην υπό κρίση περίπτωση, ακόμη και να ληφθεί ως κατευθυντήρια το μέγιστο δυνατό χρονικό διάστημα (της μιας βδομάδας) που τέθηκε από το Δικαστήριο στην αμέσως πιο πάνω απόφαση, η επίδικη Εγκύκλιος θα είχε λογικά ληφθεί από τους αιτητές το αργότερο μέχρι τις 2.10.2013. Εντούτοις, ακόμη και αυτό να λαμβανόταν ως δεδομένο και ως αφετηρία υπολογισμού της προθεσμίας, και πάλι οι προσφυγές είναι εκπρόθεσμες, ως μη εμπίπτουσες στο προβλεπόμενο χρονικό διάστημα των 75 ημερών. Σημειώνω επίσης ότι η Εγκύκλιος δεν εστάλη μέσω ταχυδρομείου, ούτως ώστε να ετίθετο ζήτημα και/ή ισχυρισμός περί πιθανής καθυστέρησης λήψης της από τους αποδέκτες. Εστάλη στους επικεφαλής όλων των Τμημάτων της Αρχής στις 26.9.2013 με ρητές οδηγίες όπως γνωστοποιηθεί άμεσα σε όλο το προσωπικό της Αρχής. Λογικώς εχόντων των πραγμάτων και στη βάση βεβαίως της κοινής λογικής και συνήθους πρακτικής, μια τέτοια επιστολή, από τη στιγμή που λαμβάνεται από τον επικεφαλής και/ή υπεύθυνο της μονάδας όπου υπηρετεί ο αποδέκτης της, γνωστοποιείται στον τελευταίο άμεσα και σε κάθε περίπτωση χωρίς ιδιαίτερη καθυστέρηση. Είναι δε ακριβώς γι’ αυτό το λόγο που κρίνω ότι όφειλαν οι αιτητές, εφόσον ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση της επίδικης απόφασης για πρώτη φόρα περί τα τέλη Νοεμβρίου 201 3[2], να προσαγάγουν την κατάλληλη μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ούτως ώστε να μπορούν να στοιχειοθετήσουν τον ισχυρισμό περί εμπρόθεσμης καταχώρησης της προσφυγής τους. Ουδέν ωστόσο έπραξαν. Σημειώνω ότι παρόμοια προσέγγιση επί του παρομοίου ζητήματος εξετάστηκε από το Δικαστήριο τούτο στην Δημήτριος Τορναρίτης κ.α. ν. Α.Η.Κ., Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 5690/2013 και 5729/2013, ημερ. 1.11.2017, καθώς και στην Χριστόδουλος Παφίτης ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 276/2014, ημερ. 6.7.2017.

Υπό το φως των πιο πάνω, καταλήγω ότι η πρώτη προδικαστική ένσταση ευσταθεί και οι προσφυγές, όσον αφορά στο αιτητικό Α αυτών, είναι απαράδεκτες, υποκείμενες ωσαύτως σε απόρριψη, εφόσον έχουν καταχωρηθεί εκπρόθεσμα.

Υπάρχει, ωστόσο, στις υπό εξέταση προσφυγές και αιτητικό Β, δια του οποίου προσβάλλεται η παράλειψη της καθ’ ης η αίτηση να καταβάλει στους αιτητές το οδοιπορικό επίδομα για το μήνα Οκτώβριο 2013.

Επ’ αυτού, η καθ’ ης η αίτηση εγείρει έτερη προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενη ότι η επίδικη παράλειψη δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά πράξη εκτέλεσης και/ή βεβαιωτική της προαναφερθείσας, περιεχόμενης στην Εγκύκλιο, απόφασης, ημερομηνίας 25.9.2013.

Συναφώς, θα πρέπει να επισημάνω εξ’ αρχής ότι δεν αμφισβητείται ότι οι αιτητές έλαβαν γνώση για τη μη καταβολή του οδοιπορικού επιδόματος Οκτωβρίου μέσω της κατάστασης μισθοδοσίας Νοεμβρίου. Μάλιστα, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας ενδιάμεσης αίτησης που είχε καταχωρήσει η πλευρά της καθ’ ης η αίτηση, επιχειρήθηκε να προσκομιστεί μαρτυρία ότι η συγκεκριμένη κατάσταση μισθοδοσίας εστάλη στους αιτητές στις 26.11.2013 και όχι στις 29.11.2013, ημερομηνία που οι αιτητές προβάλλουν ότι έλαβαν γνώση της απόφασης μη καταβολής του συγκεκριμένου οδοιπορικού επιδόματος.

Όπως έχει κριθεί στην Κουσελίνης Δημήτρης κ.α., ανωτέρω, «οι

επισυνημμένες μισθοδοτικές καταστάσεις από μόνες τους αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις». Με αυτό ως δεδομένο, πράγματι η κατάστασης μισθοδοσίας των αιτητών για το μήνα Νοέμβριο του 2013 συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, δυνάμενη να προσβληθεί δια προσφυγής, όπως, κατά λογική αλληλουχία, και η κατ’ ισχυρισμόν παράλειψη της καθ’ ης η αίτηση να καταβάλει στους αιτητές το οδοιπορικό επίδομα μηνός Οκτωβρίου, ως εμφανίζεται στην υπό αναφορά κατάσταση μισθοδοσίας μηνός Νοεμβρίου 2013.

Επομένως, η τρίτη προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

Κατά συνέπεια, το ερώτημα που τίθεται είναι πότε έλαβαν οι αιτητές την εν λόγω κατάσταση μισθοδοσίας. Επ’ αυτού, ως έχω ήδη αναφέρει, οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι έλαβαν αυτήν περί την 29.11.2013, η δε πλευρά της καθ’ ης η αίτηση αναφέρει την 26.11.2013 ως ημερομηνία που η κατάσταση μισθοδοσίας περιήλθε εις γνώση των αιτητών, όταν και τους είχε αποσταλεί μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Το ζήτημα αποκτά σημασία, εφόσον εάν γίνει δεκτή η πρώτη εκ των δυο ημερομηνιών, οι προσφυγές είναι σίγουρα εμπρόθεσμες, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, αυτές εκφεύγουν της προθεσμίας των 75 ημερών. Λαμβάνω ως δεδομένο (από τα ενώπιον μου στοιχεία), και δεν αμφισβητείται, ότι κατά πάγια πρακτική στην Αρχή, και πριν βεβαίως από τις υπό αναφορά μεταβολές στα επιδόματα, η καταβολή επιδόματος για συγκεκριμένο μήνα εμφαίνεται στη μισθοδοσία του αμέσως επόμενου μήνα. Ωστόσο, στην παρούσα περίπτωση η επίδικη διαφορά στην ημερομηνία συνίσταται σε τρεις μέρες, με αποτέλεσμα, υπό το φως της προεκτεθείσας νομολογίας να μην μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι αιτητές, πράγματι, να έχουν λάβει γνώση της μη καταβολής επιδόματος για το μήνα Οκτώβριο, στις 29.11.2013 και όχι στις 26.11.2013, όταν και τους εστάλη μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου η συγκεκριμένη κατάσταση μισθοδοσίας.

Με αυτά τα δεδομένα, οι προσφυγές θεωρούνται εμπρόθεσμες. Κατά συνέπεια, απορρίπτεται τόσο η δεύτερη όσο και η τέταρτη προβαλλόμενη προδικαστική ένσταση και, συνακόλουθα, οι προσφυγές θα εξεταστούν κατ’ ουσίαν, ως προς το αιτητικό Β αυτών.

Προχωρώ λοιπόν στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και, ειδικότερα, του ισχυρισμού των αιτητών ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση των Κανονισμών, υπό νομική πλάνη και καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Υπενθυμίζεται ότι αυτό που προβάλλουν οι αιτητές είναι ότι, κατά παράβαση των Κανονισμών, δεν προηγήθηκε, πριν από τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, η συνομολόγηση οποιασδήποτε συλλογικής σύμβασης με τη συντεχνία ΣΕΠΑΗΚ, της οποίας είναι μέλη, δυνάμει της οποίας να μπορεί να τροποποιηθεί και/ή αναθεωρηθεί το οδοιπορικό επίδομα. Προσθέτουν δε ότι δεν μπορεί να υπάρξει καταστρατήγηση ή έστω αναστολή καταβολής οποιουδήποτε προβλεπόμενου στους Κανονισμούς επιδόματος δια μονομερούς αποφάσεως της Αρχής.

Δεν συμφωνώ με τις πιο πάνω θέσεις των αιτητών.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 42 των Κανονισμών-

«Εις τους υπαλλήλους [ενν. της Αρχής] θα καταβάλλωνται τα εν τω Τρίτω Πίνακι αναφερόμενα επιδόματα.».

Παραπέμπει λοιπόν ο πιο πάνω Κανονισμός στον Τρίτο Πίνακα των Κανονισμών, στην παράγραφο 2 του οποίου παρατίθενται αναλυτικά όλα τα καταβαλλόμενα στους υπαλλήλους επιδόματα, περιλαμβανομένου και του, περιεχόμενου στην υποπαράγραφο (5), οδοιπορικού επιδόματος. Σύμφωνα δε με την επιφύλαξη της εν λόγω παραγράφου 2-

«Νοείται ότι ταύτα [ενν. τα επιδόματα] δύνανται να αναθεωρώνται και τροποποιώνται από καιρού εις καιρόν δια των εκάστοτε συνομολογουμένων μετά της συντεχνίας συλλογικών συμβάσεων χωρίς η τοιαύτη αναθεώρησις ή τροποποίησις να συνιστά ή συνεπάγηται τροποποίησιν των παρόντων Κανονισμών.».

Στον δε Κανονισμό 2, ως «συντεχνία» ορίζεται οποιαδήποτε συντεχνία «δεόντως εγγεγραμμένη και ανεγνωρισμένη υπό της Αρχής ως εκπροσωπούσα υπαλλήλους της Αρχής».

Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι όλες οι συντεχνίες των υπαλλήλων της Αρχής, περιλαμβανομένης και αυτής των αιτητών (ΣΕΠΑΗΚ), συμμετείχαν στις διαβουλεύσεις που προηγήθηκαν μεταξύ αυτών και της Αρχής και της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού, αναφορικά με τη συνομολόγηση της προαναφερθείσας συμφωνίας, που τελικά καταρτίστηκε στις 8.8.2013. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η ΣΕΠΑΗΚ ήταν η μόνη εκ των συντεχνιών που δεν συμφώνησε και δεν συνυπόγραψε την εν λόγω συμφωνία. Κατά τους συνηγόρους των αιτητών, η απουσία συναίνεσης και η άρνηση της συγκεκριμένης συντεχνίας να υπογράψει τη συμφωνία καθιστά άνευ νομικού υποβάθρου την απόφαση της Αρχής να προβεί σε τροποποίηση και/ή κατάργηση οποιουδήποτε επιδόματος αναφορικά με τους αιτητές. Ούτε και θα μπορούσε να υπάρξει, συνεχίζουν, οποιαδήποτε απόφαση για μη καταβολή επιδόματος στους αιτητές, χωρίς τροποποίηση των Κανονισμών ή τη συμπερίληψη τέτοιας πρόνοιας σε συμφωνημένη συλλογική σύμβαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, η απόφαση για αναστολή του οδοιπορικού επιδόματος επήλθε δια της προαναφερθείσας συμφωνίας, την οποία υπέγραψαν όλοι όσοι συμμετείχαν στη σχετική διαβούλευση, πλην της συντεχνίας των αιτητών. Έχω την άποψη ότι αυτό που απαιτείται από τις προεκτεθείσες διατάξεις των Κανονισμών είναι η ύπαρξη συνομολογημένης συμφωνίας, η οποία θα μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για την όποια αναθεώρηση και τροποποίηση των επιδομάτων που καταβάλλονται στους υπαλλήλους της Αρχής, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η τροποποίηση των σχετικών Κανονισμών.

Κρίνω ότι αυτό το αναγκαίο νομικό ερεισμα υπήρξε στην υπό κρίση περίπτωση, εφόσον συνομολογήθηκε η υπό αναφορά συλλογική συμφωνία μεταξύ Α.Η.Κ. και συντεχνιών και το γεγονός ότι μια εκ των συντεχνιών δεν συναίνεσε στην εν λόγω συμφωνία δεν μπορεί από μόνο του να αναιρέσει το πραγματικό γεγονός της σύναψης και/ή ύπαρξης μιας τέτοιας συνομολογημένης συλλογικής συμφωνίας, ως ο Κανονισμός απαιτεί. Διαφορετική προσέγγιση αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε άτοπα αποτελέσματα με σοβαρό το ενδεχόμενο να καταστεί το έργο και/ή δράση της Διοίκησης ιδιαίτερα δυσχερή ή και αναποτελεσματικά, εφόσον ουδεμία τέτοια τροποποίηση και/ή αναθεώρηση επιδομάτων θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την ομόφωνη γνώμη και/ή συναίνεση όλων των συντεχνιών. Σε μια τέτοια όμως περίπτωση, είναι προφανές ότι θα ήταν πολύ δύσκολο ως και ανέφικτο να ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση για αναθεώρηση και τροποποίηση των επιδομάτων, εφόσον οποιαδήποτε, έστω και καλόπιστη, διαφωνία θα εμπόδιζε την ολοκλήρωση της συλλογικής σύμβασης και θα οδηγούσε το μηχανισμό λήψης της σχετικής απόφασης σε τέλμα. Ιδιαίτερα δε σε μια περίοδο που η ανάγκη μείωσης των λειτουργικών εξόδων είχε κριθεί επιτακτική από όλους τους οργανισμούς δημοσίου, ακόμη και ιδιωτικού, δικαίου.

Συνεπώς, θεωρώ πως η ερμηνεία που δίδουν οι αιτητές στη συγκεκριμένη κανονιστική διάταξη δεν συνάδει με την πρόθεση του κανονιστικού νομοθέτη, ο οποίος μάλιστα, δίδει ιδιαίτερη έμφαση στην αποτελεσματικότητα των εν λόγω συνομολογημένων συμβάσεων, αφού αυτές αποτελούν επαρκές νομιμοποιητικό έρεισμα για τη αναθεώρηση και τροποποίηση των επιδομάτων, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η τροποποίηση των ίδιων των Κανονισμών.

Ομόφωνη γνώμη

Εξάλλου, η ύπαρξη προηγούμενης ομόφωνης γνώμης και/ή συναίνεσης όλων των συντεχνιών, ως η εισήγηση των αιτητών, δεν απαιτείται από το πιο πάνω κανονιστικό πλαίσιο και ούτε έχει έρεισμα η ερμηνεία που επιχειρούν να δώσουν στις εν λόγω διατάξεις οι αιτητές, ότι δηλαδή η συγκεκριμένη, επίδικη, απόφαση για αναθεώρηση και/ή κατάργηση των επιδομάτων δεν δεσμεύει τους αιτητές επειδή η σχετική συλλογική συμφωνία δεν υπεγράφη από τη συντεχνία στην οποία αυτοί ανήκουν.

Συνεπώς, δεν διακρίνω οτιδήποτε μεμπτό στη λήψη της επίδικης απόφασης και δεν μπορούν να έχουν έρεισμα οι ισχυρισμοί των αιτητών είτε περί παράβασης των Κανονισμών, είτε περί ύπαρξης νομικής πλάνη και υπέρβασης εξουσίας εκ μέρους της καθ’ ης η αίτηση.

Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης και δεν χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου τούτου.

Κατά συνέπεια, οι συνεκδικαζόμενες προσφυγές αποτυγχάνουν και απορρίπτονται, με έξοδα εναντίον των αιτητών και υπέρ της καθ’ ης η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο».

 

[1] Αναλυτική αναφορά στις εν λόγω κανονιστικές διατάξεις γίνεται κατωτέρω.

[2] Αυτός ο ισχυρισμός εξετάζεται αμέσως πιο κάτω.



Πρόσθεσε ένα σχόλιο