Tuesday 16th of October 2018 07:21:32 AM

Κλινικός ψυχολόγος

Κλινικός ψυχολόγος

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(Υπόθεση Αρ. 18/2013)

14 Μαΐου 2018
[Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΔΔΔ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ

Αιτητής,

-ΚΑΙ-

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

Καθ' ης η αίτηση.

Χ. Μιχαηλίδου (κα), για Μ. ΗΛΙΑΔΗΣ & ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ ΔΕΠΕ, δικηγόροι για τον αιτητή.

Κ. Σταυρινός, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρος για την καθ' ης η αίτηση.

Α. Αιμιλιανίδης με Ε. Μιτσή (κα), για ΑΧΙΛΛΕΥΣ & ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΙΔΗΣ, δικηγόροι για το ενδιαφερόμενο μέρος.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΔΔΔ:             Με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας

  • στην Προσφυγή Αρ. 757/2009 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ & ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, ακυρώθηκε, αρχικά, ο διορισμός του εκεί ενδιαφερόμενου μέρους Χρίστου Σταύρου (εδώ αιτητή) στη θέση Κλινικού Ψυχολόγου στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας (εφεξής «η επίδικη θέση»). Το ακυρωτικό αποτέλεσμα της προαναφερόμενης απόφασης, βασίστηκε και επί ευρήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι το σχέδιο υπηρεσίας της επίδικης θέσης απαιτεί, ότι έκαστος υποψήφιος θα πρέπει να είναι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εγγεγραμμένος ψυχολόγος στο Μητρώο Επαγγελματιών Ψυχολόγων (εφεξής το «Μητρώο»), δυνάμει του περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμου (Ν.68(Ι)/1995, ως τροποποιήθηκε με τους Ν. 104(Ι)/1996, 17(Ι)/1999 και 234(Ι)/2004, εφεξής «ο Νόμος»), το οποίο δημοσιεύεται, σύμφωνα με το άρθρο 6(3) του Νόμου, στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Στο πιο πρόσφατα δημοσιευθέν, πριν τον ουσιώδη χρόνο λήψης της υπό την εν λόγω προσφυγή επίδικης απόφασης, Μητρώο (ημερομηνίας 16.2.2007) δεν συμπεριλαμβανόταν το όνομα του εδώ αιτητή. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη δικαστική απόφαση, η καθ' ης η αίτηση πεπλανημένα έλαβε υπόψη και έδωσε σημασία σε αντίγραφο του Μητρώου α/α 97 που τέθηκε ενώπιον της, το οποίο δεν είχε ποτέ δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και στο οποίο συμπεριλαμβανόταν το όνομα του εδώ αιτητή, υπ' αριθμό εγγραφής 189.

Η υπόθεση Αρ. 757/2009, μετά την πιο πάνω ακυρωτική απόφαση, επανανοίχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, λόγω του ότι η προσφυγή δεν είχε επιδοθεί στο ενδιαφερόμενο μέρος (εδώ αιτητή) και η προαναφερόμενη απόφαση παραμερίστηκε ex debito justiciae. Με νέα απόφαση του ημερομηνίας 27.7.2012 στην άνω υπόθεση Αρ. 757/2009, το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνοντας και πάλιν την απόφαση διορισμού του κ. Σταύρου στην επίδικη θέση, κατέληξε ως ακολούθως, με δικές μου υπογραμμίσεις: «Για τους προαναφερόμενους λόγους καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το έννομο συμφέρον του αιτητή, υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, ενώ ο αιτητής πέτυχε, με τα στοιχεία που έθεσε ενώπιον του δικαστήριου, να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς το εάν η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε με πλάνη ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δηλαδή ως προς την κατοχή των απαραίτητων προσόντων από το ενδιαφερόμενο μέρος, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επίσης ο αιτητής πέτυχε να δείξει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν δεόντως αιτιολογημένη, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχός της.»

Στην άνω απόφαση του ημερομηνίας 27.7.2012 στην υπόθεση Αρ. 757/2009

(ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, πριν την προαναφερόμενη ακυρωτική του κατάληξη και τα ακόλουθα, με δικές μου υπογραμμίσεις: «(β) Ως προς το ενδιαφερόμενο μέρος Χρίστο Σταύρου, από όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, φαίνεται ότι αυτός ενεγράφη ως Ψυχολόγος, στο προαναφερόμενο μητρώο, την 1.11.2007, δηλαδή μετά τον ουσιώδη χρόνο και επομένως φαίνεται ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν κατείχε τα απαραίτητα προσόντα διορισμού στην προαναφερόμενη θέση (Δέστε το Παράρτημα Α επί της ενόρκου δηλώσεως της κας Πολυξένης Καλιά, ημερ. 26.5.2011, το Παράρτημα Α της ένορκης δήλωσης της κας Άντρης Χριστοφόρου, ημερ.

  • και την ένορκη δήλωση του κ. Λούη Χατζηθωμά, Προέδρου του Συμβουλίου Εγγραφής Ψυχολόγων Κύπρου, ημερ. 20.10.2011 (και το Παράρτημα σ' αυτήν), η οποία κατατέθηκε με άδεια του δικαστηρίου ημερ. 5.10.2011). Εάν το ενδιαφερόμενο μέρος δεν κατείχε τα προσόντα διορισμού στην προαναφερόμενη θέση, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τότε είναι προφανές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε με πλάνη ως προς τα πραγματικά γεγονότα, εφόσον οι καθ' ων η αίτηση θεώρησαν ότι αυτός κατείχε τα απαραίτητα προσόντα κατά τον ουσιώδη χρόνο.

Το ζήτημα εξέτασης των προσόντων των υποψηφίων είναι πρωταρχικά καθήκον του διοικητικού οργάνου και επίσης είναι πιθανόν ενώπιον του δικαστηρίου να μη βρίσκονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία. Επομένως, με τα λεχθέντα, δεν επιθυμώ να δημιουργήσω δεδικασμένο αναφορικά με το ζήτημα αυτό, το οποίο πιθανόν να αποτελέσει θέμα επανεξέτασης για την Ε.Δ.Υ...»

Η πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εφεσιβλήθηκε από τον εδώ αιτητή με την Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 170/2012. Η έκδοση απόφασης του Εφετείου επί της εν λόγω έφεσης εκκρεμεί.

Η καθ' ης η αίτηση, μετά την έκδοση των ανωτέρω αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρ. 757/2009 (supra), προχώρησε στην επανεξέταση της πλήρωσης της επίδικης θέσης, η οποία, εν τω μεταξύ, είχε μετονομαστεί σε Ειδικού Ψυχολόγου, Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας.

Σε σχετική συνεδρία της ημερομηνίας 11.9.2012, ανέφερε και αποφάσισε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα, με δικές μου υπογραμμίσεις: « Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας προχώρησε σε επανεξέταση της πλήρωσης μιας θέσης Κλινικού Ψυχολόγου, που εν τω μεταξύ έχει μετονομαστεί σε Ειδικό Ψυχολόγο, Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, που παραμένει κενή από 15.5.09 λόγω ακύρωσης από το Ανώτατο Δικαστήριο της απόφασης της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας με ημερομηνία 9.4.09 για διορισμό του Σταύρου Χρίστου στην εν λόγω θέση.

Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τα ευρήματα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Προσφυγή με αριθμό 757/2009 και ειδικότερα στις σελίδες 5 και 6 αυτής, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα:

«Ως προς το ενδιαφερόμενο μέρος Χρίστο Σταύρου, από όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, φαίνεται ότι αυτός ενεγράφη ως Ψυχολόγος, στο προαναφερόμενο μητρώο, την 1.11.2007, δηλαδή μετά τον ουσιώδη χρόνο και επομένως φαίνεται ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν κατείχε τα απαραίτητα προσόντα διορισμού στην προαναφερόμενη θέση (Δέστε το Παράρτημα Α επί της ενόρκου δηλώσεως της κας Πολυξένης Καλιά, ημερ. 26.5.2011, το Παράρτημα Α της ένορκης δήλωσης της κας Άντρης Χριστοφόρου, ημερ.

  • και την ένορκη δήλωση του κ. Λούη Χατζηθωμά, Προέδρου του Συμβουλίου Εγγραφής Ψυχολόγων Κύπρου, ημερ. 20.10.2011 (και το Παράρτημα σ' αυτήν), η οποία κατατέθηκε με άδεια του δικαστηρίου ημερ. 10.2011).»

Επίσης, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, μετά από διερεύνηση που έγινε με επιστολή του Προέδρου της Επιτροπής με ημερομηνία 31.1.11, την επιστολή του κ. Λούη Χατζηθωμά, Προέδρου του Συμβουλίου Εγγραφής Ψυχολόγων Κύπρου, ημερ. 1.2.11, με την οποία ενημερώνει τον Πρόεδρο της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ότι έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη πρακτικού εξέτασης της αίτησης του Σταύρου Χρίστου και το επισυνάπτει. Σύμφωνα με το εν λόγω πρακτικό, η αίτηση εξετάστηκε από το Συμβούλιο Εγγραφής Ψυχολόγων Κύπρου στη συνεδρία του ημερομηνίας 1.11.07.

Με βάση τα πιο πάω, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας αποφάσισε ότι ο ΣΤΑΥΡΟΥ Χρίστος δεν μπορούσε να ήταν προσοντούχος υποψήφιος κατά τον ουσιώδη χρόνο, αφού η εγγραφή του αποφασίστηκε από το Συμβούλιο Εγγραφής Ψυχολόγων Κύπρου στη συνεδρία του με ημερομηνία 1.11.07, δηλαδή μετά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι τη 16.4.07.»

Κατόπιν της πιο πάνω απόφασης της, η καθ' ης η αίτηση προχώρησε και διόρισε στην επίδικη θέση, αναδρομικά από τις 15.5.09, τον κ. Παναγιώτη

Βασιλείου, ενδιαφερόμενο μέρος στην παρούσα προσφυγή, ο διορισμός του οποίου είναι αυτός που προσβάλλεται από τον εδώ αιτητή.

Με τη γραπτή του αγόρευση, ο αιτητής στρέφεται εναντίον της επίδικης απόφασης της καθ' ης η αίτηση, ως προς το μέρος του αποκλεισμού του από την διεκδίκηση της επίδικης θέσης, κατά την επανεξέταση της καθ' ης η αίτηση, ως μη προσοντούχου. Ο αιτητής, με αναφορά στο γεγονός της άσκησης από αυτόν της Αναθεωρητικής Έφεσης Αρ. 170/2012 (ανωτέρω), υποστηρίζει, ότι η παρούσα προσφυγή θα έχει ουσία μόνο στο μέτρο που επιτύχει η εν λόγω αναθεωρητική έφεση, αφού θα συμπαρασύρει σε ακύρωση και την επίδικη στην παρούσα προσφυγή διοικητική πράξη, η οποία, ως αναφέρει ο αιτητής «...αφορά επανεξέταση στη βάση του δεδικασμένου της ακυρωτικής απόφασης στην προσφυγή του Ε/Μ στην παρούσα και αιτητή στην 926/2008, ημερομηνίας 19/10/2010 Παναγιώτη Βασιλείου, δεδικασμένο που επέβαλε τον αποκλεισμό του αιτητή.». Σχετικώς με τα πιο πάνω, ο αιτητής πληροφορεί, με τη γραπτή του αγόρευση, ότι ως πρώτο λόγο εφέσεως στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 170/2012 (ανωτέρω), έθεσε θέμα μη εκτελεστότητας της προσβαλλόμενης από τον αιτητή στην προσφυγή Αρ. 757/2009 (εδώ ενδιαφερόμενο μέρος) απόφασης, λόγω του ότι αυτή δεν είχε τελειωθεί με την αποδοχή της προσφοράς του διορισμού από τον εδώ αιτητή (εκεί ενδιαφερόμενο μέρος), ενώ λανθασμένα το εδώ ενδιαφερόμενο μέρος δεν προσέβαλε τον μετέπειτα διορισμό του κ. Σταύρου, ο οποίος συντελέστηκε με την αποδοχή του διορισμού του. Ο αιτητής, επίσης, έθεσε, στα πλαίσια των λόγων εφέσεως 2 και 3 στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 170/2012 (ανωτέρω), ζήτημα εννόμου συμφέροντος του εδώ ενδιαφερόμενου μέρους, να προβάλει, ως λόγο ακυρώσεως στην προσφυγή του Αρ. 757/2009, ζήτημα κατοχής εκ μέρους του εδώ αιτητή του προσόντος του οικείου σχεδίου υπηρεσίας, ότι έκαστος υποψήφιος θα πρέπει να είναι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εγγεγραμμένος ψυχολόγος στο Μητρώο. Με τον δε, λόγο έφεση 4 στην

Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 170/2012 (ανωτέρω) ο αιτητής έθεσε και θέμα, ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο στην προσφυγή Αρ. 757/2009 έκρινε ως απαράδεκτη μαρτυρία πιστοποιητικό συνταχθέν μετά του ουσιώδους χρόνου, το οποίο βεβαίωνε ότι ο εδώ αιτητής ενεγράφη στο Μητρώο την 8.6.2007, ενώ έκανε δεκτά όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του και μαρτυρούσαν ότι ο εδώ αιτητής ενεγράφη μετά την 1.11.2007, δηλαδή στοιχεία και πάλιν μετά τον ουσιώδη χρόνο, ενώ αυτά δεν ήταν ενώπιον του αποφασίζοντος οργάνου, ούτε λήφθηκαν υπόψη. Ο αιτητής αναφέρεται, στη γραπτή του αγόρευση και στον πέμπτο λόγο εφέσεως του στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 170/2012 (ανωτέρω) σε σχέση με το εύρημα το πρωτόδικου Δικαστηρίου περί μη αιτιολόγησης της απόδοσης μονάδων ειδικότερα στις προφορικές συνεντεύξεις, καταλήγοντας, ότι:

«Είναι η θέση μας λοιπόν πως η απόφαση του Εφετείου επί των ανωτέρω θεμάτων θα καθορίσει και το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης. Αν επιτύχει η έφεση η παρούσα επανεξέταση θα πρέπει να κριθεί άκυρη.»

Η πλευρά της καθ' ης η αίτηση, σε σχέση με τα πιο πάνω, ισχυρίζεται, ότι η αιτήτρια δεν επικαλείται και δεν ανέπτυξε κανένα λόγο ακύρωσης, από τους δικογραφημένους στα νομικά σημεία της προσφυγής της και, συνεπώς, αυτοί θα πρέπει να θεωρούνται ότι εγκαταλείφθηκαν και η προσφυγή, ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορριφθεί. Αφού επισημαίνει, ότι οι λόγοι εφέσεως στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 170/2012 (ανωτέρω) που παραθέτει η αιτήτρια στην γραπτή της αγόρευση, δεν μπορούν να τύχουν κρίσης από το παρόν Δικαστήριο, αλλά θα κριθούν από το Εφετείο, αναφέρει, στη συνέχεια, ότι, εν πάση περιπτώσει, ο αιτητής κρίθηκε από την καθ' ης η αίτηση, κατά τη διαδικασία επανεξέτασης, ως μη προσοντούχος και, συνεπώς, δεν έχει ούτε έννομο συμφέρον να προσβάλλει το διορισμό του ενδιαφερόμενου μέρους.

Η πλευρά του ενδιαφερομένου μέρους, επιχειρηματολογώντας στην ίδια κατεύθυνση με αυτή της καθ' ης η αίτηση, υποστηρίζει ότι, το εύρημα της καθ' ης η αίτηση κατά την επανεξέταση, ότι ο αιτητής δεν είναι προσοντούχος, δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί από τον αιτητή στη γραπτή του αγόρευση και, συνεπώς, αυτός στερείται εννόμου συμφέροντος να προσβάλλει την επίδικη απόφαση με την παρούσα προσφυγή. Κατά το ενδιαφερόμενο μέρος, παρέμεινε αναντίλεκτο από τον αιτητή, ότι ο τελευταίος δεν κατέχει τα προσόντα της επίδικης θέσης και κανένας λόγος ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης έχει αναπτυχθεί. Τέλος, το ενδιαφερόμενο μέρος, με σχετικές παραπομπές στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με το ότι η άσκηση έφεσης δεν αναστέλλει την ισχύ της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης, σημειώνει, ότι ο εδώ αιτητής δεν υπέβαλε οποιαδήποτε αίτηση αναστολής της δικαστικής απόφασης στην προσφυγή Αρ. 757/2009 (ανωτέρω), ζητώντας, με τη σειρά του, την απόρριψη της παρούσας προσφυγής.

Η πλευρά του αιτητή με τη γραπτή απάντηση της, αφού αποδέχεται, ότι έχει παραχθεί δεδικασμένο με την απόφαση στην προσφυγή Αρ. 757/2009 (ανωτέρω), αλλά και ότι με την άσκηση έφεσης από μέρους της και χωρίς αίτηση αναστολής ισχύος της (και αποδοχής τέτοιας) δεν αναστάληκε η ισχύς της εν λόγω πρωτόδικης απόφασης, ούτε η υποχρέωση της καθ' ης αίτηση να διενεργήσει επανεξέταση υπό τα δικαστικά ευρήματα στην προαναφερθείσα προσφυγή, ως και έπραξε, υποστηρίζει, παρά ταύτα, ότι η πλευρά του αιτητή δεν απαιτείται να κατακρίνει οπωσδήποτε τη διοίκηση για την επίδικη απόφαση της, αφού, κατά τη θέση της, είναι φανερή η επενέργεια του ακυρωτικού δεδικασμένου, το οποίο όμως, αμφισβητείται με την Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 170/2012 (ανωτέρω). Κατά τον αιτητή, τα νέα δεδομένα που δημιουργήθηκαν με την απόφαση στην προσφυγή Αρ. 757/2009 (ανωτέρω) και με τα οποία η καθ' ης η αίτηση ήταν υποχρεωμένη να συμμορφωθεί, μπορούν, όντως, μόνο στα πλαίσια της Αναθεωρητικής Έφεσης Αρ. 170/2012 (ανωτέρω) να αμφισβητηθούν και, συνεπώς, κατά τον αιτητή «Αυτός είναι ο λόγος, που με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητή δεν εγείρει «νέους» λόγους ακύρωσης αλλά επαναλαμβάνει τις θέσεις του αναφορικά με την ορθότητα της δικαστικής απόφασης με την οποία αναδιαμορφώθηκαν τα πραγματικά δεδομένα κατά τρόπο που οδήγησαν στον αποκλεισμό του αιτητή από την διεκδίκηση της επίδικης θέσης». Συνεπώς, η πλευρά του αιτητή υποστηρίζει, ότι δεν στερείται εννόμου συμφέροντος να προσβάλει την επίδικη απόφαση.

Εξέτασα τις πιο πάνω θέσεις με ιδιαίτερη προσοχή.

Καταρχάς, είναι, κατά την κρίση μου, επαρκώς σαφές από τα ενώπιον μου έγγραφα, αλλά και από όσα διευκρινιστικά έχουν αναφερθεί κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης, ότι η πλευρά του αιτητή περιορίζει και αμφισβητεί, προσβάλλοντας την επίδικη απόφαση, κατ' ουσία, την κρίση της καθ' ης η αίτηση, ότι ο αιτητής δεν ήταν προσοντούχος, στο βαθμό που για τη διαμόρφωση της εν λόγω κρίσης της, η καθ' ης η αίτηση έλαβε υπόψη της την δικαστική απόφαση στην προσφυγή Αρ. 757/2009 (ανωτέρω) και τα εκεί λεχθέντα, είτε δεσμευτικά είτε μη, γεγονός, το οποίο, μέσα από τα πρακτικά της συνεδρίασης της καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 11.9.2012 (ανωτέρω), δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Αποδέχεται, ωστόσο, ο αιτητής ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αρμοδιότητα, όπως εξετάσει τα ζητήματα, τα οποία έχει θέσει με την Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 170/2012 (ανωτέρω).

Βρίσκω, ότι το γεγονός, ότι ο αιτητής αμφισβητεί την άνω κρίση της καθ' ης η αίτηση με την επίδικη απόφαση, δεν στερεί από αυτόν του απαιτούμενου έννομου συμφέροντος, ως θέμα του παραδεκτού της παρούσας προσφυγής του. Ως αναφέρθηκε, σχετικά, στην απόφαση ημερομηνίας 24.5.1999 στην

Προσφυγή Αρ. 268/97 ΦΡΟΙΞΟΥ ΚΟΓΚΟΡΟΖΗ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΙΤΗΡΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, με δικές μου υπογραμμίσεις: «....Συμφωνώ με την κα. Λυκούργου ότι δεν μπορεί να λεχθεί εκ προοιμίου ότι ο κ. Κογκορόζης δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση ως εκ του ότι εκρίθη από το Διοικητικό Συμβούλιο ότι δεν ήταν προσοντούχος. Το ζητούμενο είναι ακριβώς κατά πόσο η κρίση αυτή του Διοικητικού Συμβουλίου είναι νόμιμη και ορθή, που αμφισβητείται από τον κ. Κογκορόζη και συνιστά την ουσία της προσφυγής. Με αυτά τα δεδομένα, δεν είναι δυνατό να προβάλλεται η ίδια η αμφισβητούμενη απόφαση για να αποκλεισθεί η εξέταση της νομιμότητας της, να τίθεται δηλαδή, βάζοντας το παραστατικά, η άμαξα μπροστά από τα άλογα. Όπως ελέχθη στην υπόθεση Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Προσφυγή 401/92, ημερομηνίας 24.5.1994, την οποία παραθέτει η κα. Λυκούργου:

"Από τη στιγμή που αμφισβητείται σοβαρά, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η εκτίμηση της διοίκησης αναφορικά με τα προσόντα, η οποία και καθίσταται επίδικο θέμα, ο αιτητής δε χάνει το έννομο του συμφέρον να επιδιώξει αναθεώρηση της."...»

Στο σημείο αυτό είναι πρέπον να αναφερθεί, ότι το δεσμευτικό δεδικασμένο της δικαστικής κρίσης στην Προσφυγή Αρ. Αρ. 757/2009 (ανωτέρω) σε σχέση με το ερώτημα, αν ο αιτητής ήταν προσοντούχος για την επίδικη θέση, συνίσταται σε εύρημα από το Ανώτατο Δικαστήριο πλάνης από την καθ' ης η αίτηση, ως προς την κατοχή του υπό συζήτηση απαιτούμενου προσόντος από τον αιτητή, δηλαδή της υποχρέωσης να ήταν εγγεγραμμένος ψυχολόγος στο Μητρώο κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της αρχικώς ληφθείσας (και δικαστικώς ακυρωθείσας) απόφασης πλήρωσης και όχι εύρημα ότι ο αιτητής δεν ήταν προσοντούχος. Για τα όσα, περί τούτου του ζητήματος, ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο, διευκρίνισε σαφώς με την απόφαση του, ότι αυτά δεν αναφέρονται δεσμευτικά. Ανέφερε, σχετικά το Ανώτατο Δικαστήριο, για του λόγου το αληθές, ότι:

«Το ζήτημα εξέτασης των προσόντων των υποψηφίων είναι πρωταρχικά καθήκον του διοικητικού οργάνου και επίσης είναι πιθανόν ενώπιον του δικαστηρίου να μη βρίσκονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία. Επομένως, με τα λεχθέντα, δεν επιθυμώ να δημιουργήσω δεδικασμένο αναφορικά με το ζήτημα αυτό, το οποίο πιθανόν να αποτελέσει θέμα επανεξέτασης για την Ε.Δ.Υ...».

Συνεπώς, ο αιτητής έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την επίδικη απόφαση, ως προς την κρίση της καθ' ης η αίτηση, ότι δεν ήταν προσοντούχος.

Επί της ουσίας, ωστόσο, η προσφυγή δεν δύναται να επιτύχει. Ως ορθά αποδέχεται και η πλευρά του αιτητή, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε δικαιοδοτική αρμοδιότητα, όπως αναψηλαφήσει, εξετάσει ή κρίνει τα ζητήματα, τα οποία ήταν επίδικα και αποφασίστηκαν στην Προσφυγή Αρ. 757/2009 (ανωτέρω) και ο αιτητής αμφισβητεί με την Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 170/2012 (ανωτέρω). Κάτι τέτοιο εμπίπτει, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος, ως έχει διαμορφωθεί με την 8η Τροποποίηση αυτού, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπό την λειτουργία του ως Αναθεωρητικού Εφετείου. Με δεδομένο, ότι η κρίση του πρωτόδικου (Ανωτάτου) Δικαστηρίου στην Προσφυγή Αρ. 757/2009 (ανωτέρω) είναι σε ισχύ και η ισχύς της εν λόγω δικαστικής απόφασης δεν έχει ανασταλεί, ενώ δεν έχει ακόμη εκδοθεί απόφαση στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 170/2012 (ανωτέρω) και λαμβάνοντας υπόψη, ότι η πλευρά του αιτητή στρέφεται εναντίον της κρίσης της καθ' ης η αίτηση, στα πλαίσια λήψης της επίδικης απόφασης, ότι ο αιτητής δεν είναι προσοντούχος, μόνο στο βαθμό που η κρίση της καθ' ης η αίτηση διαμορφώθηκε υποχρεωτικά υπό το πρίσμα των λεχθέντων στην απόφαση στην Προσφυγή Αρ. 757/2009 (ανωτέρω) και του ακυρωτικού της αποτελέσματος, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε περιθώρια παρέμβασης επί της κρίσης της καθ' ης η αίτηση να θεωρήσει τον αιτητή ως μη προσοντούχο, στη βάση των λεχθέντων στην απόφαση στην Προσφυγή Αρ. 757/2009 (ανωτέρω).

Με βάση τα πιο πάνω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται, με έξοδα 1200 Ευρώ εναντίον του αιτητή και υπέρ της καθ' ης η αίτηση.

 



Πρόσθεσε ένα σχόλιο